Καθώς το Αμερικάνικο Κογκρέσο αποθηκεύει για πάντα όσα τουϊτάρουμε για το αφεντικό μας, ήρθε η ώρα να ξανασκεφτούμε την υπόληψη της ηλεκτρονικής περσόνας μας. Από την Ανθή Μπλάντου

Τα παλιά γουορχολικά «15 λεπτά δημοσιότητας» που μας αναλογούσαν επεκτάθηκαν με αόριστο χρόνο ομιλίας σε ένα τυπικά ατέλειωτο διάστημα: όσο διατηρούμε προφίλ στο facebook, όσο έχουμε προσωπικά ημερολόγια, ταξιδιωτικά blog, άλμπουμ στο flickr, βίντεο στο youtube ή σελίδες με συνταγές, ζούμε κάτω από τον προβολέα της δημόσιας ζωής. Η εποχή της πληροφορίας που τόσο μας μάγεψε στην προηγούμενη δεκαετία, έγινε η εποχή της προσωπικής πληροφορίας, η εποχή που τρέφει το κρυφό φετίχ του voyeurism, αλλά απειλεί σοβαρά την ηρεμία των πιο ντροπαλών κρυψινόων ανάμεσά μας. Ειδικά όταν τα πιο δημοφιλή post έχουν να κάνουν με τις χειρότερες στιγμές μας, με εκείνες που θα θέλαμε να ξεχαστούν πιο γρήγορα κι από όσο χρειάζεται για να κάνουμε sign in στο twitter. Τώρα πια το μεθύσι του Σαββάτου δεν γίνεται μόνο η επώδυνη ανάμνηση της Κυριακής, αλλά ζει για πάντα στο facebook, συνήθως με τη συνοδεία φωτογραφικών ντοκουμέντων - και είναι αυτό που θα εμφανιστεί πρώτο όταν ο υπεύθυνος του ανθρώπινου δυναμικού της εταιρείας όπου έχουμε υποβάλει βιογραφικό κάνει google το όνομά μας.

 

Η γάτα και το ποντίκι

Η 25χρονη Στέισι Σνάιντερ ούτε το Λευκό Οίκο ονειρευόταν, ούτε είχε φωτογραφίες-ντοκουμέντα με ναρκωτικά. Ετοιμαζόταν να αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο και να συνεχίσει τη ζωή της ως δασκάλα δημοτικού. Μόνο που ύστερα από ένα αποκριάτικο πάρτι ανέβασε μια φωτογραφία της στο Myspace όπου ήταν ντυμένη σαν πειρατής και έπινε από ένα πλαστικό κυπελάκι με τη λεζάντα «μεθυσμένος πειρατής». Ο προϊστάμενός της την ανακάλυψε και της έκανε σοβαρή παρατήρηση, ενώ ο πρύτανης της σχολής την κατηγόρησε ότι προωθεί ανοιχτά το αλκοόλ σε ανήλικους μαθητές. Λίγες μέρες πριν από την αποφοίτησή της, η σχολή αρνήθηκε να της παραδώσει το δίπλωμα εκπαιδευτικού. Φυσικά η Στέισι έκανε μήνυση επικαλούμενη την προστασία της ελευθερίας του λόγου και το γεγονός ότι την τιμωρούσαν για κάτι εντελώς νόμιμο σε ώρες εκτός δουλειάς, αλλά ο δικαστής αποφάσισε πως δεν είχε δίκιο και έτσι η καριέρα της στα δημοτικά σχολεία σταμάτησε εκεί.

Η υπόθεση έρχεται από τις ΗΠΑ για να μας θυμίσει ότι το φαινόμενο της δημοσιοποίησης των προσωπικών μας στιγμών αφορά όλους, όχι μόνο τους σταρ και τους πολιτικούς. Κάθε ενεργός χρήστης του διαδικτύου που μπορεί το όνομά του να φέρει έστω και ένα αποτέλεσμα σε μια μηχανή αναζήτησης, πρέπει να δώσει προσοχή στην ψηφιακή του ταυτότητα.

Σύμφωνα με τη Microsoft, το 75% όσων εξετάζουν βιογραφικά για πρόσληψη υποχρεώνονται από την εταιρεία τους να ψάξουν εξονυχιστικά τα διαδικτυακά ίχνη του αιτούντα, ακόμα και σε πλατφόρμες τυχερών παιχνιδιών ή προσωπικές σελίδες. Σχεδόν όλοι παραδέχονται πως έχουν απορρίψει ενδιαφερόμενους λόγω της συμμετοχής τους σε ύποπτα φόρουμ ή προσβλητικές σελίδες (όπως ρατσιστικές οργανώσεις). Ύστερα από αυτό και βλέποντας τα αστεία μας στο twitter με το βλέμμα κάποιου που δεν μας ξέρει ώστε να εκτιμήσει το χιούμορ μας, συνειδητοποιούμε πόσο πρέπει να περιορίσουμε την έκθεσή μας στο χώρο του ίντερνετ και να διορθώσουμε τις παλιές κακές μας ιδέες.

Το τέλος της λήθης

Η δυνατότητα να σβήσουμε τα λάθη του παρελθόντος και να διαχωρίσουμε το σοβαρό επαγγελματικό ή ακαδημαϊκό εαυτό μας από την πιο διασκεδαστική και λιγότερο νηφάλια εκτός γραφείου εκδοχή, είναι ένα προνόμιο της προηγούμενης γενιάς που περιόριζε το κουτσομπολιό στα στενά όρια της πολυκατοικίας, άντε και της γειτονιάς. Η οικειοθελής καταγραφή των αναμνήσεων και σκέψεων μπορεί να μετατρέψει ένα αθώο twit, όπως το συνηθισμένο «βαριέμαι τόσο πολύ στη δουλειά σήμερα», στο μεγαλύτερο σκάνδαλο της καριέρας μας (ήταν η μέρα της παρουσίασης του πενταετούς πλάνου της εταιρείας και το είδε όλο το διοικητικό συμβούλιο).

Ειδικά στην Ελλάδα, που οι χρήστες κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο χώρο του ίντερνετ με ιλιγγιώδη ενθουσιασμό (από 13% το 2001 σε 31% το 2007 των ατόμων ηλικίας 14-65 ετών με προσωπικό υπολογιστή), σχεδόν όλοι έχουν μια ιστορία να διηγηθούν για την κακή στιγμή που θα τους κυνηγάει για πάντα. Γιατί, σε αντίθεση με τις παλιές κουτσομπόλες που όλο και κάτι ξεχνούσαν ή συγχωρούσαν, το διαδίκτυο έχει εφιαλτικά αποτελεσματική μνήμη, δεν ξεχνάει ποτέ τίποτα και δεν συγχωρεί ούτε ένα παραστράτημα.

Η φουτουριστική πρόβλεψη είναι πως το blog μας μάλλον θα ζήσει περισσότερο από εμάς στην αθάνατη βάση δεδομένων του πλανήτη και οι επόμενοι χρήστες θα μπορούν να αντιγράφουν όσα έχουμε ανεβάσει και να τα αναπαράγουν στο διηνεκές. Δηλαδή, η μηχανή αναζήτησης της google που δημοσιεύει ασυγκίνητη τα χαϊρια μας σε links φιλικά προς τον κάθε χρήστη μπορεί να αμαυρώσει την υστεροφημία μας για όλες τις επόμενες γενιές.

Ακόμα και οι σχολές του ελληνικού Πανεπιστημίου έκαναν την τεχνολογική υπέρβαση και δημοσιεύουν τις βαθμολογίες τους online. Τέρμα οι παλιές δικαιολογίες που έθρεψαν γενιές φοιτητών με ψέματα προς αποφυγή της διακοπής της πατρικής οικονομικής στήριξης, τέρμα και οι απουσίες από ολόκληρα εξάμηνα. Το μέλλον είναι φτιαγμένο από διαφανές πλέξιγκλας που θα έκανε περήφανο τον Ισαάκ Ασίμοφ, αλλά προδίδει ξεδιάντροπα κάθε παρασπονδία μας.

Το άδικο είναι πως ακόμα κι αν το δεύτερο νέο που βγαίνει σε σχέση με το όνομά μας είναι μια υποψηφιότητα για Νόμπελ Ειρήνης, το ντροπιαστικό σκάνδαλο θα είναι αυτό που θα έχει τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα, άρα και αυτό που θα βγαίνει πάντα πάνω πάνω στις σελίδες. Με λίγα λόγια, το πρώτο πράγμα που θα μαθαίνει κάποιος για εμάς σε μια πρόχειρη αναζήτηση είναι πάντα το χειρότερο νέο.

Προσωπικά δεδομένα

Πέρα από τα επαγγελματικά Βατερλό και τις στιγμές ταπείνωσης που χαρίζει το οικογενειακό περιβάλλον του facebook, τα social media έχουν αλλάξει και όλες τις παραμέτρους των σχέσεων - τον τρόπο που γνωρίζουμε συντρόφους, τον τρόπο που χτίζουμε τις σχέσεις μας, ακόμα και τον τρόπο που χωρίζουμε. Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να ανασύρει το αρχείο του ερωτικού μας παρελθόντος με μια λεπτομερή έρευνα είναι τουλάχιστον ανησυχητικό. Από την άλλη, βέβαια, με την ίδια ευκολία μπορούμε κι εμείς να χακέψουμε τη ζωή και τις αναμνήσεις των άλλων κι έτσι να ξέρουμε τι μας περιμένει πριν από κάθε σχέση. Δηλαδή, τώρα κάνουμε κανονικό homework πριν δεχτούμε να βγούμε με κάποιον - ή πριν τον χωρίσουμε.

Ως θύμα των καιρών μας παρηγορούμε τη φίλη που ανακαλύπτει το ψεύτικο προφίλ του συντρόφου της, που συστηνόταν single στις εν δυνάμει αντικαταστάτριές της, και ως δείγμα των καιρών μας αιτιολογούμε τον πειρασμό να μπαίνουμε σε λογαριασμούς email. Κάπως έτσι το «I’m feeling lucky» της google ανεβαίνει σιγά σιγά στη λίστα με τις αιτίες χωρισμών.

Στην τεχνολογικά εξελιγμένη Δύση, λοιπόν, του δωρεάν wifi, η απειλητική ατάκα «don’t twit this» έχει αντικαταστήσει την παλιομοδίτικη «off the record» και ακολουθεί σχεδόν κάθε αστείο, φωτογραφία, πρώτο ραντεβού και δήλωση σε μεγάλη παρέα, όπου έτσι κι αλλιώς κανείς δεν σε κοιτάει στα μάτια, γιατί είναι όλοι απασχολημένοι με τα smart phones τους.

Το πριβέ μπαρ Milk and Honey στο Μανχάταν ζητάει από τα μέλη του να υπογράψουν μια συμφωνία ότι δεν θα ανεβάσουν φωτογραφίες από το χώρο ή τους άλλους θαμώνες στα προσωπικά blog τους ή σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης - και πολλά άλλα μπαρ και κλαμπ ακολουθούν το λαμπρό του παράδειγμα προς ανακούφιση των πελατών τους. Για τους socialites ακούγεται σαν ονειρεμένο καταφύγιο, σαν το μόνο μέρος πια όπου δεν θα χρειάζεται να ρουφάνε τα μάγουλά τους όλο το βράδυ και να φροντίζουν να μη φοράνε το ίδιο outfit πάνω από μία φορά το μήνα, ώστε οι φωτογραφίες τους να είναι πάντα τέλειες. Διότι, ακόμα κι αν εμείς είμαστε σούπερ προσεκτικοί με το τι ανεβάζουμε στο διαδίκτυο, δεν μπορούμε να εγγυηθούμε και για τους δεκάδες περαστικούς δίπλα μας με κάμερες στα τηλέφωνα και στα iPods, έτοιμους να απαθανατίσουν κάθε παραπάτημα, ατυχή συνδυασμό ρούχων, ατυχή επιλογή συνοδού, ατυχή επιλογή λέξεων σε κάτι που τσιρίξαμε πάνω στα νεύρα μας. (Μεταξύ μας, πόσοι από εμάς δεν έτρεμαν την επόμενη μέρα ενός ποτού στο Mommy, όταν θα ερχόταν η ώρα της αλήθειας στη σελίδα του μπαρ;).

Προστασία του πολίτη

Καθώς το φαινόμενο παίρνει διαστάσεις σύγχρονης πανδημίας και όλοι οι ειδικοί προσπαθούν να βρουν τις ηθικές και νομικές μετατροπές που πρέπει να εφαρμοστούν για να μπορούν να επεμβαίνουν και να γλιτώνουν την αξιοπρέπειά μας, η Ευρωπαϊκή Ένωση λάνσαρε τη σελίδα www.saferinternet.org με βασικό μήνυμα Think Before You Post. Στόχος της είναι να περιορίσει τον αριθμό των νέων -κυρίως- που τώρα γελάνε με τα κατορθώματά τους καθώς τα ποστάρουν στο youtube, αλλά στο μέλλον μπορεί να κλαίνε. Γι’ αυτό οι πιο ανερχόμενες και κερδοφόρες εταιρείες είναι αυτές που προσπαθούν να υπερασπιστούν τη διαδικτυακή μας υπόληψη, να σπρώξουν με τεχνάσματα στις ξεχασμένες τελευταίες σελίδες της google τα λάθη των νιάτων μας και να μας γλιτώσουν από τον πιο σύγχρονο εφιάλτη. Μια τέτοια εταιρεία, η Reputation Defender (www.reputationdefender.com) δηλώνει πως έχει πελάτες σε όλο τον κόσμο, χρεώνει ανάλογα με το μέγεθος του σκανδάλου και έρχεται να σώσει όλους τους φοιτητές του Πρίνστον που θέλουν να κάνουν πολιτική καριέρα, αλλά τους εμποδίζει εκείνη η φωτογραφία με joints από κάποιο πάρτι.

Και σε περίπτωση που αμφιβάλαμε ποτέ για το πόσο βαρυσήμαντο μπορεί να είναι το post «φεύγω επιτέλους αύριο για διακοπές», έρχεται το pleaserobme.com να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα. Η ανακοίνωση τέτοιων σχεδίων που έχουν να κάνουν με την απουσία μας για μεγάλα χρονικά διαστήματα από το σπίτι, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα social media όπου συμμετέχουμε και μάλλον κάποιο έχει τη διεύθυνσή μας, είναι σαν επίσημη πρόσκληση σε επίδοξους διαρρήκτες, υποστηρίζει το σάιτ. Και αν το σκεφτούμε καλύτερα, οι εν λόγω διαρρήκτες όχι μόνο θα δουλέψουν με το πάσο τους, αλλά μάλλον θα ξέρουν και τι ακριβώς θέλουν να πάρουν από το σπίτι μας – αρκεί να ακολουθήσουν το blog και τις φωτογραφίες που ανεβάζουμε με κάθε καινούργια αγορά.

Σβήσε τα ίχνη

Πρακτικά, ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσουμε την εκκαθάριση του προσωπικού μας προφίλ είναι μια έρευνα στις μηχανές αναζήτησης της google και της yahoo με το όνομά μας. Οι πρώτες επεμβάσεις συνήθως γίνονται στο facebook, το οποίο πήρε τα σκήπτρα από το myspace.com πριν δυο χρόνια σαν το μεγαλύτερο σάιτ στην κατηγορία των social media, με 500 εκατομμύρια χρήστες, και έτσι έγινε η καινούργια πηγή σκανδάλων και προσωπικών δραμάτων. Ένα κλικ πάνω στο σωτήριο «remove tag» στις φωτογραφίες μας που έχουν ανεβάσει άλλοι και δεν εγκρίνουμε μπορεί να είναι μια προσωρινή λύση. Αυτή η κίνηση βέβαια δεν εξαφανίζει τη φωτογραφία από το ίντερνετ, αλλά τουλάχιστον εξασφαλίζει το γεγονός ότι δεν θα βγαίνει στο προφίλ μας όταν κάποιος επίδοξος εργοδότης κάνει την έρευνά του.

Μετά έρχονται τα πιο δραστικά μέτρα: επικοινωνία με το φίλο που ανέβασε τη φωτογραφία, παράκληση για ένα μέλλον με αξιοπρέπεια και στην περίπτωση άρνησής του μεταφορά της αίτησης στα υψηλότερα κλιμάκια, δηλαδή στην ομάδα του facebook που λαμβάνει τέτοιου είδους καταγγελίες πολύ σοβαρά, γιατί έχει δεχτεί έντονη κριτική για την πολιτική προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Ωστόσο, το facebook είναι μόνο η αρχή. Στην εποχή που ακόμα και οι πιο βαρετές πληροφορίες του twitter γύρω από το τι φάγαμε το βράδυ και πόσο πετυχημένο ήταν το σουφλέ μας καταγράφονται και αρχειοθετούνται για πάντα στη βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου (το οποίο ανακοίνωσε ότι όχι μόνο θα κρατήσει για πάντα τα αρχεία, αλλά θα δουλέψει και αναδρομικά χαρίζοντας την αθανασία στις φλυαρίες μας από το Μάρτιο του 2006), πρέπει να σκεφτόμαστε διπλά τι θα ανακοινώνουμε στους ακολούθους μας, τι status θα βάζουμε στα προφίλ μας και πόσες πληροφορίες για την προσωπική μας ζωή θα δημοσιοποιούμε.

Everybody surfing

Σε καμία περίπτωση η λύση δεν περιλαμβάνει τη δαιμονοποίηση των social media. Απλώς χρειάζεται να ωριμάσουμε ως χρήστες και να θυμόμαστε ότι αφού πατήσουμε το upload, η πληροφορία που στείλαμε στον κυβερνοχώρο θα μείνει για πάντα εκεί. Και ίσως κάποτε χρησιμοποιηθεί εναντίον μας. Σύμμαχοι σ’ αυτόν τον αγώνα αυτοσυγκράτησης είναι και οι ρυθμίσεις, όπως το Mail Goggles του gmail, που προσπαθούν να περιορίσουν τα μέιλ που γράψαμε κάτω από ανεξακρίβωτες συνθήκες και το μετανιώσαμε (το νέο drink and dial). Η ευφυής app είναι σαν την ψηφιακή κολλητή που εξαφανίζει το κινητό μας μετά το τρίτο κοκτέιλ και μας το επιστρέφει την επόμενη μέρα μετά την τρίτη ασπιρίνη: ενεργοποιείται το σαββατοκύριακο και μας αναγκάζει να λύσουμε μερικές απλές μαθηματικές πράξεις πριν πατήσουμε το send, μια μέθοδος που συνήθως φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Αυτή η πολιτική όμως είναι μόνο η αρχή. Η πληροφορία χωρίς ημερομηνία λήξης είναι κάτι εντελώς καινούργιο στον ανθρώπινο πολιτισμό, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τον προσωρινό χαρακτήρα των περισσότερων κωδικών επικοινωνίας που έχουμε αναπτύξει ως κοινωνία. Τα αποτελέσματα έχουν στείλει τους ειδικούς στα εργαστήρια να ερευνούν την επίλυση του νέου προβλήματος μια και καλή. Άλλοι μιλούν για δεδομένα που θα αυτοκαταστρέφονται, άλλοι για περιορισμένη ζωή κάθε πλατφόρμας δεδομένων, άλλοι για ακόμα πιο περίπλοκες ψηφιακές δικλείδες ασφαλείας.

Ίσως, βέβαια, με τον καιρό συνηθίσουμε την αιωνιότητα που χαρίζουμε στις αναμνήσεις μας με κάθε ποστάρισμα και θέλουμε να τις διατηρήσουμε έτσι, αναλλοίωτες και αθάνατες, για τη μόρφωση (και συμμόρφωση) των επόμενων. Επειδή όμως είναι αδύνατο τελικά να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο όσων δημοσιεύονται, τουλάχιστον μπορούμε ως χρήστες να προωθήσουμε την καμπάνια που έχει ξεκινήσει ανά τον κόσμο και ζητάει την επιλεκτική αμνησία του διαδικτύου. Την ευκαιρία να σβήνεται η κακιά στιγμή, να μηδενίζεται το κοντέρ και να επανακαθορίζουμε τον εαυτό μας χωρίς να μας στοιχειώνουν τα λάθη του παρελθόντος. Το δικαίωμα να μαθαίνουμε από αυτά και να τα αφήνουμε πίσω μας. Να γινόμαστε καλύτεροι, ωριμότεροι, διαφορετικοί. Σαν ένα καινούργιο μοντέλο mac με υποσυνείδητο.

Ιανουάριος 2017

Υποδεχόμαστε με στυλ τη νέα χρονιά!

Από το Περιοδικό

Συνεντεύξεις Τρίτη 10.10.2017

MF Mούσα: Ιρίνα Σάικ

Η Ρωσίδα καλλονή ποζάρει στο φακό του Mario Testino για την καμπάνια της Intimissimi. H Madame Figaro ρίχνει μια ματιά στο backstage και μιλά αποκλειστικά μαζί της

>