Ένας σκηνοθέτης συνήθως εμπνέεται από τη μούσα του. Η Άντζελα Ισμαήλος όμως ανατρέπει τον κανόνα και στην πρώτη της σκηνοθετική δουλειά χρησιμοποιεί ως πηγή έμπνευσης, ως «μούσες» της, τους μεγάλους σκηνοθέτες. Αποτέλεσμα; Το ντοκιμαντέρ Great Directors προβλήθηκε σε διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ χαρίζοντάς της μια θριαμβευτική βόλτα πάνω στο red carpet.
Απο τη Βασω Παπαγιαννακοπούλου

 

Η πρώτη φορά που συνάντησα το όνομα Angela Ismailos, γραμμένο στα λατινικά, ήταν περίπου πριν από ένα χρόνο, το 2009, όταν το ντοκιμαντέρ Great Directors, η πρώτη της δουλειά ως σκηνοθέτη και παραγωγού, έκανε επίσημη πρεμιέρα στο τμήμα Ορίζοντες του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Μερικούς μήνες αργότερα, το Μάιο του 2009, η ταινία έκανε την εμφάνισή της και στο Φεστιβάλ των Κανών σε παράλληλη προβολή, ενώ η πρεμιέρα της στη Νέα Υόρκη έγινε το καλοκαίρι στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (ΜΟΜΑ) με Α-list προσκεκλημένους όπως η Σούζαν Σάραντον, ο Μάθιου Έιμς και η Λόρι Άντερσον. Λίγο αργότερα έμαθα ότι πρόκειται για μια Ελληνίδα που ζει μεταξύ Αθήνας, Νέας Υόρκης και Παρισιού με τον επιχειρηματία σύντροφό της. Είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών, σπούδασε Κινηματογράφο στο Columbia University της Νέας Υόρκης, ενώ στο βιογραφικό της αναφέρονται και πολυετείς σπουδές κλασικού χορού και όπερας – δύο μεγάλα πάθη της, όπως θα διαπιστώσω στη συνάντησή μας εδώ στην Ελλάδα. Μέσα σε ένα χρόνο το όνομα Angela Ismailos συζητήθηκε διεθνώς και γράφτηκε παντού, από τους New York Times μέχρι τα σινεφίλ blogs. Κανόνισα τη συνέντευξη μέσω της κινηματογραφικής εταιρείας Anisma Films με βάση τη Νέα Υόρκη. Δυστυχώς, η συνάντησή μας δεν θα συμπεριλάμβανε πτήσεις και αεροπλάνα.

 

IΔΑΙΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ

Δέκα λεπτά μετά την άφιξή μου στο σπίτι της στην Εκάλη, κι ενώ παρατηρώ τα έργα τέχνης, όπως τον εξαιρετικό πίνακα του Πικάσο πάνω από το τζάκι, την αισθάνομαι να μπαίνει στο χώρο πριν καν τη δω. Είναι η αύρα της, η σιγουριά της, η αυτοπεποίθηση μιας ωραίας γυναίκας που κάνει αισθητή την παρουσία της χωρίς να καταβάλλει καμία ιδιαίτερη προσπάθεια. Φοράει ένα αέρινο εμπριμέ φόρεμα και ένα ζευγάρι Chanel clogs. Είναι μια εντυπωσιακή γυναίκα. Ψηλή, ξανθιά, με ανοιχτά πράσινα μάτια και ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, σίγουρα όχι μια στερεοτυπική Ελληνίδα. Καθόμαστε στην τραπεζαρία και μου σερβίρει τσάι Mariages Frères.
Μέσα μου προσπαθώ να συνδέσω την εικόνα που έχω τώρα για εκείνη, μιας γυναίκας κοσμοπολίτισσας με εκλεκτικό
lifestyle, με την εικόνα που είχα πλάσει χθες βράδυ παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ της Great Directors στον κινηματογράφο Τριανόν της οδού Πατησίων - μια κλασική σινεφίλ αίθουσα, που προβάλλει περισσότερο art ταινίες και ανεξάρτητες παραγωγές παρά εμπορικές χολιγουντιανές επιτυχίες. Στο Great Directors η Άντζελα Ισμαήλος «συνομιλεί» με 10 μεγάλους σκηνοθέτες του art cinema -τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, τον Ντέιβιντ Λιντς, την Ανιές Βαρντά, τον Κεν Λόουτς, τη Λιλιάνα Καβάλι, τον Τοντ Χέινς, την Κατρίν Μπρεγιά, τον Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, τον Στίβεν Φρίαρς και τον Τζον Σέιλς- στην προσπάθειά της να εξερευνήσει τα στάδια της δημιουργικής διαδικασίας: «Όλοι οι δημιουργοί, σε κάθε επάγγελμα, αμφισβητούμε τον εαυτό μας».

Η ταινία Great Directors είναι ένα προσωπικό πνευματικό ταξίδι, που εξερευνά την καλλιτεχνική εξέλιξη 10 μεγάλων σκηνοθετών από διαφορετικές χώρες και κουλτούρες, τις ανησυχίες τους, την έννοια της επιτυχίας και της αποτυχίας στην καριέρα και στη ζωή τους. «Πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ που απευθύνεται κυρίως στους σινεφίλ, όμως εγώ δεν είχα αυτή την πρόθεση. Στην ταινία μου, αντί για 10 σκηνοθέτες, θα μπορούσαν να είναι 10 ζωγράφοι. Η αφηγηματική δομή, ο τρόπος που συνέδεσα το υλικό και τις συνεντεύξεις, δημιούργησε τελικά μια ταινία που αφορά όλους όσους ασχολούνται με δημιουργικά-καλλιτεχνικά επαγγέλματα». Οι προσωπικές εξομολογήσεις διακεκριμένων ανθρώπων, όπως ο Μπερτολούτσι και ο Λιντς, η σοφία που πηγάζει από τις εμπειρίες τους, είναι αδύνατο να αφήσουν έναν άνθρωπο με ανησυχίες ασυγκίνητο. «Είχα 360 ώρες γυρισμάτων, που προσπάθησα να περιορίσω σε 86 λεπτά. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να επιλέξω τι θα αφήσω μέσα».

 

 

Πόσο δύσκολο είναι όμως να προσεγγίσεις ως σκηνοθέτης τόσο ηχηρά ονόματα, ειδικά όταν δεν έχεις προηγούμενη ταινία στο βιογραφικό σου; «Ούτε που με ρώτησαν με τι ασχολούμαι. Ο πρώτος που δέχτηκε ουσιαστικά ήταν ο Μπερτολούτσι. Του έστειλα ένα προσωπικό γράμμα περιγράφοντάς του πώς μεγάλωσα, τη σημασία που είχε ο κινηματογράφος για μένα από παιδί, όταν πηγαίναμε με τον πατέρα μου στο θερινό σινεμά, με τη μυρωδιά του γιασεμιού αποτυπωμένη μέχρι σήμερα στη μνήμη μου. Ταυτίστηκε με το ρομαντισμό μου για το σινεμά, τη ζωή, την πολιτική και κυρίως για τον άνθρωπο και ύστερα από 48 ώρες με πήρε τηλέφωνο και μου είπε “Πότε θέλεις να έρθεις στη Ρώμη;”. Φτάνοντας στο σπίτι του δεν γνώριζα ότι ο Μπερτολούτσι έχει κάνει μια εγχείρηση στη μέση και δεν περπατάει πια κανονικά... Σοκαρίστηκα λίγο. Είχα όμως φτάσει στην πόρτα, δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω».

Το όνομα του πολυβραβευμένου Μπερτολούτσι έφερε και τους υπόλοιπους σπουδαίους σκηνοθέτες. «Ναι, μετά τον Μπερτολούτσι ήταν πιο εύκολο να δεχτούν ο Φρίαρς και ο Λόουτς. Ο πιο δύσκολος ήταν ο Ντέιβιντ Λιντς, αλλά τελικά δέχτηκε επειδή αγαπά πολύ τον Μπερτολούτσι και τον ιταλικό κινηματογράφο. Είναι και πιο χαοτικός ως χαρακτήρας, αλλά έχει και πάρα πολλές ασχολίες. Λέει τον καιρό καθημερινά στο Λος Άντζελες, έχει δική του παραγωγή καφέ και μια οργάνωση που λέγεται Meditation». Η απουσία ωστόσο ενός σκηνοθέτη του εμπορικού, mainstream κινηματογράφου ήταν τόσο αισθητή, που κάνει ηχηρή δήλωση: «Ήταν ένα αφιέρωμα στο art cinema, με ανθρώπους που έχουν επιλέξει να κάνουν ταινίες που τους αρέσουν, όχι με σκηνοθέτες που ανήκουν στο βιομηχανικό κινηματογράφο όπου οι παραγωγοί ορίζουν τι θα πουλήσει και τι θα κόψει εισιτήρια. Δε με ενδιαφέρει αυτός ο κινηματογράφος. Με ενδιαφέρει ο σκηνοθέτης που προετοιμάζει το κοινό του να ωριμάσει και να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες της ζωής», απάντηση που καλύπτει παράλληλα και την ερώτησή μου για το τι σημαίνει σπουδαίος σκηνοθέτης. Και αν είχε έναν Έλληνα, ποιος θα ήταν αυτός; «Ήθελα τον Αγγελόπουλο, αλλά δυστυχώς το πρόγραμμά μας δεν μπόρεσε να συγχρονιστεί».

RED CARPET ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ
Αποφάσισε να γυρίσει αυτό το ντοκιμαντέρ ενώ έγραφε το σενάριο για μια ταινία μυθοπλασίας. «Αυτές οι συναντήσεις ήταν σαν ένα ιδιαίτερο μάθημα σκηνοθεσίας από τους μετρ του είδους;» τη ρωτάω. «Όχι ως προς το τεχνικό μέρος», μου απαντά. «Αλλά τώρα είναι σαν να έχω πολλά γαλόνια στους ώμους μου, που δεν είχα πριν. Ξεκινάω με μεγαλύτερη δύναμη και αισιοδοξία τη νέα μου ταινία». Το σενάριο έχει ήδη ολοκληρωθεί και τα γυρίσματα θα ξεκινήσουν μέσα στο 2011. Τίτλος της ταινίας,
Η Πόλη μιας Νεκρής Γυναίκας (City of a Dead Woman). «Ο τίτλος είναι συμβολικός, εννοεί μια γυναίκα που είναι νεκρή ψυχικά. Η κεντρική ηρωίδα μου είναι μια τραγουδίστρια της όπερας. Έχει φήμη, καριέρα, δόξα, αλλά ένας θάνατος θα ανατρέψει τα πάντα μέσα της και θα απομονωθεί σ’ αυτό το νησί, όπου παράλληλα βρίσκονται ένας καθολικός ιερέας και ένας τραυματισμένος ταυρομάχος. Αυτοί οι τρεις χαρακτήρες θα συνδεθούν έναν ολόκληρο χειμώνα, αλλάζοντας ο ένας τη ζωή του άλλου». Με αφορμή την όπερα, κοινό πάθος της ηρωίδας και της σκηνοθέτιδος, αναρωτιέμαι πόσα άλλα αυτοβιογραφικά στοιχεία θα έχει η ταινία. Τη ρωτάω αν θα πρωταγωνιστήσει. Εκείνη απλώς μου χαμογελά.

 

Θυμάμαι τις εμφανίσεις της το Σεπτέμβρη του 2009 στο κόκκινο χαλί του Φεστιβάλ Βενετίας. Την πρώτη μέρα, στην Τελετή Έναρξης, φορούσε ένα εκπληκτικό μαύρο Jean Dessès φόρεμα σε αρχαιοελληνικό στυλ, ενώ τη δεύτερη μέρα, στην προβολή της ταινίας της, φορούσε μια λευκή Bottega Veneta τουαλέτα με πτυχώσεις επίσης αρχαιοελληνικού ύφους. Είχα πάντα την απορία πώς είναι να περπατάς στο red carpet. «Σε μια απόσταση 20 μέτρων, ή και περισσότερο, είναι συγκεντρωμένοι πάνω από 300 φωτογράφοι και κάμεραμεν από όλα τα περιοδικά και πρακτορεία ειδήσεων του κόσμου. Από την άλλη πλευρά είναι συγκεντρωμένος κόσμος. Όταν έφτασα οι φωτογράφοι άρχισαν να φωνάζουν το όνομά μου γιατί δεν ήξερα σε ποιο σημείο να σταθώ. “Άντζελα, εδώ! Στα αριστερά! Στα δεξιά!” Ήταν μια μαγική στιγμή, ένα παιδικό μου όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Σκεφτόμουν πάντα μια από τις αγαπημένες μου ιταλίδες ηθοποιούς, τη Μόνικα Βίτι με τον Αντονιόνι, και λέω “Δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτό. Συνάντησα το όνειρό μου σήμερα”. Ήμουν πάρα πολύ ευτυχισμένη». Είχε άγχος με την εμφάνισή της; «Πάντα αισθάνομαι ότι τα μαλλιά μου είναι λίγο χάλια. Μου έλεγαν οι φωτογράφοι “τράβηξέ τα λίγο πίσω”, επειδή είναι πολλές οι οπτικές γωνίες από τις οποίες σε τραβάνε και πρέπει να ποζάρεις για τον καθένα ξεχωριστά. Το ξεπέρασα όμως γρήγορα... Με ρωτούσαν οι φίλες μου μετά “Μα πώς τα κατάφερες και δεν λιποθύμησες από το άγχος;”. Ήμουν τόσο ευτυχισμένη που δεν ήθελα να αφήσω το τρακ να μου χαλάσει τη στιγμή».

Επιστρέφω στην αρχική μου σκέψη, στο γεγονός ότι στην Ελλάδα έχουμε μια παρεξηγημένη εικόνα για τους «κουλτουριάρηδες», τους ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων, ότι δεν τους απασχολεί η εμφάνισή τους, η μόδα, το στυλ. Και εδώ έχω μια γυναίκα που λατρεύει το art cinema, είδωλό της είναι η Μαρία Κάλας (την ώρα της συνέντευξης η φωνή της ακούγεται στο background), συλλέγει έργα σύγχρονης τέχνης και υποστηρίζει πως η κλασική μόρφωση και η αισθητική παιδεία προάγουν τον άνθρωπο, παράλληλα όμως αγαπάει τη μόδα και έχει απόλυτη γνώση για τους σχεδιαστές και τα trends της σεζόν. «Το έζησα πολύ έντονα αυτό όταν ήμουν φοιτήτρια στη Νομική Σχολή Αθηνών. Έπρεπε όλοι να είναι κακοντυμένοι και αξύριστοι, γιατί έτσι δηλώνεις ότι είσαι κουλτουριάρης και η εμφάνισή σου πρέπει να είναι πιο επαναστατική. Δεν το πρεσβεύω καθόλου αυτό. Εμένα μου αρέσουν οι καλοντυμένοι, καθαροί άνθρωποι».
Θεωρεί ότι η αισθητική είναι το Α και το Ω, όχι μόνο στην εμφάνιση των ανθρώπων ή στην επιλογή των υλικών αγαθών, αλλά και στον τρόπο ζωής τους γενικότερα. «
Νομίζω ότι το καλό γούστο είναι ένα δώρο της φύσης, ένα έμφυτο ταλέντο που δεν ξέρεις αν το έχεις και δεν μαθαίνεται. Μόνο βελτιώνεται. Είναι όπως το μικρό παιδί που έχει κλίση στη μουσική. Η υψηλή αισθητική φαίνεται παντού, στον τρόπο που ντύνεσαι, που ζεις, στα βιβλία που διαβάζεις, στο πώς αντιμετωπίζεις τους γύρω σου, στις εκφράσεις που χρησιμοποιείς».

 

Director’s commentary

Στο ντοκιμαντέρ της, ο σκηνοθέτης Λινκλέιτερ λέει από προσωπική εμπειρία ότι το να προέρχεσαι από την εργατική τάξη δίνει άλλη ώθηση στη δημιουργικότητά σου, σε κάνει πιο δυναμικό. «Ναι, υπάρχει αλήθεια σ’ αυτό. Όμως έχουμε και παραδείγματα μεγάλων σκηνοθετών που προέρχονται από ευκατάστατες οικογένειες. Ο Μπερτολούτσι, για παράδειγμα, προέρχεται από την αστική τάξη, από μια οικογένεια ιντελέκτουαλ και ακαδημαϊκών». Η ίδια δεν κρύβει ότι προέρχεται από μια ευκατάστατη οικογένεια, ωστόσο διατηρεί μια κριτική διάθεση απέναντι στο χρήμα, στο πόσο οι άνθρωποι το έχουμε υπερεκτιμήσει στη ζωή μας. «Η ευμάρεια αλλοιώνει τον άνθρωπο, γιατί σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι έχεις τα πάντα, αλλά τελικά μπορεί να μην έχεις τίποτα». Άρα το χρήμα κακομαθαίνει τον άνθρωπο; «Όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως ηλικίας παλεύουμε για την επιβίωση, για την καταξίωση και η αναγνώρισή μας μεταφράζεται κυρίως με οικονομικούς όρους. Προσωπικά θεωρώ ότι είναι λάθος να προσπαθούμε να κατακτήσουμε μόνο οικονομικό και κοινωνικό στάτους. Κάνει τον άνθρωπο πιο σκοτεινό, του δίνει λάθος προτεραιότητες».

Οι μεγάλοι δημιουργοί προσδιορίζονται επίσης από τις εμμονές τους, όπως η σκηνοθέτης Ανιές Βαρντά που γύρισε πολλές από τις ταινίες της στη μικρή αυλή του σπιτιού της. Οι δικές της ποιες είναι; «Η τελειότητα, η τιμιότητα, οι τέχνες, η μόρφωση, η καλλιγραφία, στην οποία με μύησε η γιαγιά μου, οι κλασικές σπουδές». Μου μιλάει με ενθουσιασμό για το μπαλέτο που έκανε από 6 ετών και για την κλασική μουσική που γνώρισε μέσα στις αίθουσες χορού. Για τη γιαγιά της που έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε όπερα και που την ώθησε στα 14 της να ξεκινήσει μαθήματα φωνητικής. «Αγαπημένη μου ηρωίδα είναι η Μαρία Κάλας, μια μεγάλη ντίβα, μια τεράστια μορφή. Όταν ταξιδεύω στο Αιγαίο και ακούω Τόσκα είναι σαν να με αγκαλιάζει η φωνή της, γιατί ξέρω πως οι στάχτες της έχουν διασκορπιστεί σ’ αυτή τη θάλασσα».

Η συζήτηση φτάνει στις κριτικές που γράφτηκαν για την ταινία της. Ποια ήταν η καλύτερη και ποια η χειρότερη; «Η πιο καλή έλεγε ότι η Ισμαήλος μας θύμισε τι σημαίνει καλός κινηματογράφος, μας γύρισε πίσω στις εποχές που τρέχαμε στο σινεμά να δούμε με μανία τις νέες ταινίες. Εξαιρετική στιγμή ήταν επίσης όταν ο διακεκριμένος εικαστικός David Salle προλόγισε την πρεμιέρα του Great Directors στο MOMA της Νέας Υόρκης λέγοντας πόσο σπουδαίο είναι το έργο». Και η κακή κριτική; «Ότι είμαι πολύ όμορφη, μοιάζω με τη Μελίνα Μερκούρη και γιατί να εμφανίζομαι τόσο συχνά στο ντοκιμαντέρ». «Περισσότερο με καλή κριτική μου ακούγεται αυτή η σύγκριση», σχολιάζω. «Τελικά, δε μου είπατε», είναι η τελευταία μου ερώτηση, «θα παίξετε στην επόμενη ταινία σας;». Χαμογελά και πάλι.

Ιανουάριος 2017

Υποδεχόμαστε με στυλ τη νέα χρονιά!

Από το Περιοδικό

Συνεντεύξεις Τρίτη 10.10.2017

MF Mούσα: Ιρίνα Σάικ

Η Ρωσίδα καλλονή ποζάρει στο φακό του Mario Testino για την καμπάνια της Intimissimi. H Madame Figaro ρίχνει μια ματιά στο backstage και μιλά αποκλειστικά μαζί της

>